• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
in charge adj (having control)υπεύθυνος επίθ
 I'm trying to find out who's in charge here.
 Προσπαθώ να βρω ποιος είναι ο υπεύθυνος εδώ πέρα.
in charge of [sth] expr (having control of [sth])υπεύθυνος για κτ επίθ + πρόθ
 In the Prime Minister's absence, the Deputy Prime Minister is in charge of the country.
in charge of doing [sth] expr (responsible for a task)υπεύθυνος για κτ επίθ + πρόθ
  που έχει αναλάβει να κάνει κτ περίφρ
 As secretary, Jess is in charge of taking down the minutes of the meeting.
in charge adj (being manager)υπεύθυνος επίθ
 Who's in charge in this department?
in charge of [sth/sb] adj + prep (managing [sb], [sth]) (με γενική)επικεφαλής επίρ ως επίθ
  (με γενική)που ηγείται περίφρ
 The editor is in charge of a large team of journalists.
 Ο συντάκτης είναι ο επικεφαλής μιας μεγάλης ομάδας δημοσιογράφων.
 Ο συντάκτης ηγείται μιας μεγάλης ομάδας δημοσιογράφων.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
person in charge n (manager)υπεύθυνος, υπεύθυνη επίθ ως ουσ αρσ, επίθ ως ουσ θηλ
 The store clerk was rude to me, so I complained to the person in charge.
person in charge of [sth] n (manager of [sth])υπεύθυνος, υπεύθυνη επίθ ως ουσ αρσ, επίθ ως ουσ θηλ
  αρμόδιος, αρμόδια επίθ ως ουσ αρσ, επίθ ως ουσ θηλ
 To get access, you'll have to speak with the person in charge of security.
 Για να αποκτήσεις πρόσβαση θα πρέπει να μιλήσεις με τον υπεύθυνο ασφαλείας.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'in charge' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση in charge στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «in charge».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!